Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017

Bob Dylan: Slow Train






Sometimes I feel so low-down and disgusted
Can’t help but wonder what’s happenin’ to my companions
Are they lost or are they found
Have they counted the cost it’ll take to bring down
All their earthly principles they’re gonna have to abandon?
There’s a slow, slow train comin’ up around the bend

I had a woman down in Alabama
She was a backwoods girl, but she sure was realistic
She said, “Boy, without a doubt
Have to quit your mess and straighten out
You could die down here, be just another accident statistic”
There’s a slow, slow train comin’ up around the bend

All that foreign oil controlling American soil
Look around you, it’s just bound to make you embarrassed
Sheiks walkin’ around like kings
Wearing fancy jewels and nose rings
Deciding America’s future from Amsterdam and to Paris
And there’s a slow, slow train comin’ up around the bend

Man’s ego is inflated, his laws are outdated, they don’t apply no more
You can’t rely no more to be standin’ around waitin'
In the home of the brave
Jefferson turnin’ over in his grave
Fools glorifying themselves, trying to manipulate Satan
And there’s a slow, slow train comin’ up around the bend

Big-time negotiators, false healers and woman haters
Masters of the bluff and masters of the proposition
But the enemy I see
Wears a cloak of decency
All nonbelievers and men stealers talkin’ in the name of religion
And there’s a slow, slow train comin’ up around the bend

People starving and thirsting, grain elevators are bursting
Oh, you know it costs more to store the food than it do to give it
They say lose your inhibitions
Follow your own ambitions
They talk about a life of brotherly love show me someone who knows how to live it
There’s a slow, slow train comin’ up around the bend

Well, my baby went to Illinois with some bad-talkin’ boy she could destroy
A real suicide case, but there was nothin’ I could do to stop it
I don’t care about economy
I don’t care about astronomy
But it sure do bother me to see my loved ones turning into puppets
There’s a slow, slow train comin’ up around the bend



Copyright © 1979 by Special Rider Music

Ο Γιώργος Κοροπούλης διαβάζει Ηλία Λάγιο





Ο Γιώργος Κοροπούλης απαγγέλλει Ανδρέα Εμπειρίκο









Γιώργος Σαραντάρης: Σελήνη




Από ένα θαύμα
Από ένα πρόσωπο πρωίας
Παίρνεται ο θυμός μου

Σελήνη αθρόα παρουσία
Ελένη η καμπύλη του κόσμου
Μ' εβένινη σημασία
Η πύλη ανοίγεται στον ξένο
Στ' αγέρι
Τ' αλέτρι οργώνει τον κάμπο
Εκεί που δε βλέπει η καρδιά

Βελάζουν τ' αστέρια στην κρύπτη

Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 2017

Γιώργος Σεφέρης: Θερινό ηλιοστάσι (Η')




Η'

Τ' άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης
επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν.

Τ' άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου,
τη δική σου φωνή
όχι εκείνη που σ' αρέσει·
μουσική σου είναι η ζωή
αυτή που σπατάλησες.
Μπορεί να την ξανακερδίσεις αν το θέλεις
αν καρφωθείς σε τούτο τ' αδιάφορο πράγμα
που σε ρίχνει πίσω
εκεί που ξεκίνησες.

Ταξίδεψες, είδες πολλά φεγγάρια πολλούς ήλιους
άγγιξες νεκρούς και ζωντανούς
ένιωσες τον πόνο του παλικαριού
και το βογκητό της γυναίκας
την πίκρα του άγουρου παιδιού -
ό,τι ένιωσες σωριάζεται ανυπόστατο
αν δεν εμπιστευτείς τούτο το κενό.
Ίσως να βρεις εκεί ό,τι νόμισες χαμένο·
τη βλάστηση της νιότης, το δίκαιο καταποντισμό της ηλικίας.

Ζωή σου είναι ό,τι έδωσες
τούτο το κενό είναι ό,τι έδωσες
το άσπρο χαρτί.

Chronicles by Bob Dylan, Volume 1









Francis Bacon - A Brush with Violence






Γιώργος Χρονάς - Αντώνης Φωστιέρης






Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

Patti Smith and David Lynch talk Twin Peaks, Blue Velvet and Pussy Riot








Paul Celan: Η Φούγκα του Θανάτου




Μαύρο γάλα της αυγής το πίνουμε το βράδυ
το πίνουμε το μεσημέρι και πρωί το πίνουμε τη νύχτα
πίνουμε και πίνουμε
σκάβουμε τάφο στους αιθέρες εκεί δεν θα ’ναι στριμωχτά
Ένας άνδρας κατοικεί το σπίτι παίζει με τα φίδια γράφει
γράφει όταν πέφτει το σκοτάδι στη Γερμανία τα χρυσά
σου μαλλιά Μαργαρίτα
αυτά γράφει και βγαίνει από το σπίτι και τ’ αστέρια
αστράφτουν σφυρίζει στους μολοσσούς του να ‘ρθουν
σφυρίζει στους Εβραίους του να βγουν τους βάζει να
σκάψουνε τάφο στη γη
μας διατάζει παίξτε να χορέψουμε

Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε τη νύχτα
σε πίνουμε το πρωί και μεσημέρι σε πίνουμε το βράδυ
πίνουμε και πίνουμε
Ένας άνδρας κατοικεί το σπίτι παίζει με τα φίδια γράφει
γράφει όταν πέφτει το σκοτάδι στη Γερμανία τα χρυσά
σου μαλλιά Μαργαρίτα
Τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίτις σκάβουμε τάφο
στους αιθέρες εκεί δεν θα’ ναι στριμωχτά
Φωνάζει σκάψτε τη γη πιο βαθιά εσείς εκεί κι εσείς οι
άλλοι τραγουδήστε και παίξτε
αρπάζει το σίδερο από τη ζώνη του και το κραδαίνει τα
μάτια του είναι γαλανά
πιο βαθιά τη σκαπάνη εσείς κι εσείς οι άλλοι παίξτε
παίξτε να χορέψουμε

Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε τη νύχτα
σε πίνουμε το μεσημέρι και πρωί σε πίνουμε το βράδυ
πίνουμε και πίνουμε
ένας άνδρας κατοικεί το σπίτι τα χρυσά σου μαλλιά
Μαργαρίτα
τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίτις παίζει με τα φίδια

Φωνάζει παίξτε γλυκύτερα το θάνατο ο θάνατος είναι
μάστορας από τη Γερμανία
φωνάζει σκουρύνετε τους ήχους των βιολιών για ν’ α-
νεβείτε σαν καπνός στους αιθέρες
για να βρείτε έναν τάφο στα σύννεφα εκεί δε θα ‘ναι
στριμωχτά

Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε τη νύχτα
σε πίνουμε το μεσημέρι ο θάνατος είναι μάστορας από
τη Γερμανία
σε πίνουμε βράδυ και πρωί πίνουμε και πίνουμε
ο θάνατος είναι μάστορας από τη Γερμανία το μάτι του
είναι γαλανό
σε πετυχαίνει η μολυβένια του σφαίρα σε πετυχαίνει
στο ψαχνό
ένας άνδρας κατοικεί το σπίτι τα χρυσά σου μαλλιά
Μαργαρίτα
ξαμολάει τους μολοσσούς του επάνω μας μας χαρίζει
τάφο στους αιθέρες
παίζει με τα φίδια και ονειρεύεται ο θάνατος είναι μά-
στορας από τη Γερμανία

τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίτις



Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου


Πηγή

Paul Celan: Απέραντος, λαμπερός θόλος




ΑΠΕΡΑΝΤΟΣ, ΛΑΜΠΕΡΟΣ ΘΟΛΟΣ
με πλήθος μαύρα άστρα
που αλληλοαπωθούνται:

στο μέτωπο του κρανίου ενός κριού
πυρογραφώ αυτή την εικόνα, ανάμεσα
στα κέρατα,
στο σπειροειδές άσμα, ο
μυελός από θάλασσες
παγωμένων καρδιών φουσκώνει.

Ενάντια
σε τι
εκείνος δεν εφορμά;

Ο κόσμος έχει χαθεί, πρέπει να σε κουβαλήσω.



Μετάφραση: Νίκος Ερηνάκης


Πηγή

Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Γιώργος Σεφέρης: Θερινό ηλιοστάσι (Ι')




Ι'

Την ώρα που τα ονείρατα αληθεύουν
στο γλυκοχάραμα της μέρας
είδα τα χείλια που άνοιγαν
φύλλο το φύλλο.

Έλαμπε ένα λιγνό δρεπάνι στον ουρανό.
Φοβήθηκα μην τα θερίσει.

Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

e.e. Cummings: [i carry your heart with me(i carry it in]




i carry your heart with me(i carry it in
my heart)i am never without it(anywhere
i go you go,my dear;and whatever is done
by only me is your doing,my darling)
                                                      i fear
no fate(for you are my fate,my sweet)i want
no world(for beautiful you are my world,my true)
and it’s you are whatever a moon has always meant
and whatever a sun will always sing is you

here is the deepest secret nobody knows
(here is the root of the root and the bud of the bud
and the sky of the sky of a tree called life;which grows
higher than soul can hope or mind can hide)
and this is the wonder that's keeping the stars apart

i carry your heart(i carry it in my heart)




e.e. cummings: The sky was




the
     sky
           was
can    dy    lu
minous
            edible
spry
        pinks shy
lemons
greens    coo    1 choc
olate
s.

  un    der,
  a    lo
co
mo
      tive        s  pout
                               ing
                                     vi
                                     o
                                     lets


Θάνος Σταθόπουλος: Θα Σε Συμβούλευα: Να Πλήττεις




[Στο τελευταίο μου βιβλίο, Το αυτόματο, υπάρχει ένα κείμενο ποιητικής ― αν και θα έλεγα ότι ολόκληρο το βιβλίο είναι ένα είδος ποιητικής. Το κείμενο αυτό, απόσπασμα ενός μεγαλύτερου κειμένου για τον φίλο μου Ευγένιο Αρανίτση, περιέχει εξ αντανακλάσεως το πώς αισθάνομαι και τον τρόπο που αντιμετωπίζω τη λογοτεχνία.  Παραθέτω εδώ μια τρίτη εκδοχή του κειμένου.]

Έχοντας παρακολουθήσει εκ του σύνεγγυς στο ατελιέ του Ευγένιου Αρανίτση τον τρόπο ενός συγγραφέα να υπάρχει, όχι μόνο μέσα από το σώμα της γραφής, αλλά κυρίως από τη διαδικασία, λεπτό προς λεπτό, της ύφανσης ενός νοήματος που του επιτρέπει τη δημιουργία και την απασχόληση, έχω έλθει σε επαφή και σε σύνδεση με το είδος του καλλιτέχνη που πάντοτε θαύμαζα και ζήλευα: αυτού που αφενός ζει και αναπνέει από την τέχνη του και αφετέρου έχει να κάνει κάτι κατά τη διάρκεια της μέρας του. Ο Μπάροουζ έλεγε ακριβώς αυτό, ότι γράφοντας βρήκε έναν τρόπο να κάνει κάτι, όχι στη ζωή του, αλλά κάθε μέρα. Οπωσδήποτε κάθε καλλιτέχνης δημιουργεί ή οφείλει να δημιουργήσει το ατελιέ του, λίγοι είναι όμως οι καλλιτέχνες που μπορούν να καταβάλουν το ενοίκιο και να ζήσουν εκεί. Το να γράφεις, ισοδυναμεί συχνά με εγγραφή στο ταμείο ανεργίας. Ο Καρούζος, ζώντας τα δευτερόλεπτα ως επαναλαμβανόμενο εφιάλτη, έγραψε κάποτε το περίφημο ποίημα: «Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος», και μολονότι περισσεύει ένα είδος ειρωνείας, έθεσε το θέμα στην απολύτως υπαρξιακή του διάσταση. Ή ίσως εξαιτίας της ειρωνείας να προσλαμβάνει μια τραγική καθολικότητα. Ο Φιτζέραλντ, στο «Απόγευμα ενός συγγραφέα», θα περιγράψει την κρίση του συγγραφέα μέσα από την περιγραφή μιας βόλτας στην πόλη. Μια άδεια μέρα που πρέπει να γεμίσει. Κι ωστόσο, πόσο άδεια είναι μια άδεια μέρα ενός συγγραφέα; Και πόσες άδειες μέρες  πρέπει να ζήσει ένας συγγραφέας για να συμφιλιωθεί με τη φύση αυτής της ιδιότυπης ανεργίας; «Μπορεί να περάσουν μήνες ολόκληροι χωρίς να κάνεις τίποτα. Τίποτα απολύτως. Και να είσαι πολύ δυστυχισμένος», γράφει ο Κολτές.

Όταν γνώρισα τον Αρανίτση, οι διαστολές του προς τα έξω ήταν πολύ ισχυρές, αν και ήταν εύκολο να καταλάβει κανείς ότι λειτουργούσε υπό την ασφυκτική πίεση ενός αισθήματος ενοχής για τον χαμένο χρόνο, τον οποίον ωστόσο εξακολουθούσε να χάνει με μεγάλη ανακούφιση. Θυμάμαι ότι κωλυσιεργούσε με τις «Λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου», όπως συνήθως συμβαίνει με κάποιο καινούριο βιβλίο του λίγο πριν πάρει το δρόμο για το τυπογραφείο (υπό μία έννοια, όχι αυτήν της τελειομανίας, που ούτως ή άλλως τον κατατρύχει, επειδή υποχωρούσε στον μετεωρισμό του, αυτό το είδος της ναυτίας που νιώθει όταν αρνείται να τελειώσει κάτι και εξαιτίας αυτού αρχίζει άλλα δέκα ακόμη, σκαλίζοντας λίγο από δω λίγο από κει, κατά την προσφιλή του μέθοδο του κηπουρού, σύμφωνα με τη ρήση του Μιρό). Δεν μπορώ φυσικά να θυμηθώ σε ποιον αριθμό τυπογραφικών διορθώσεων είχε φτάσει, θυμάμαι όμως ολόκληρα απογεύματα στο σπίτι του, στο Μετς, το 1992, η βότκα να διαδέχεται το ουίσκυ, ακούγοντας ευλαβικά Σαββόπουλο, με αίνιγμα, θαυμασμό και απορία, λίγο πριν διακτινιστούμε στον Βρούτο, στο Decadence ή στο Flower. Το επόμενο πρωί, στο κέντρο του δωματίου (δηλαδή του κόσμου), με θέα τη βιβλιοθήκη, βρισκόταν πάλι μπροστά στον όγκο των διορθώσεων αποκαρδιωμένος. Η έννοια του ατελιέ δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Αντιθέτως, είναι αυτή η έννοια νομίζω που τον μετέθετε κι εξακολουθεί να τον μεταθέτει από τον έναν τόπο στον άλλο, αλλάζοντας συνεχώς σπίτια, μην μπορώντας κι ο ίδιος, φαντάζομαι, ακόμη να αισθανθεί την πλήρη εξουδετέρωση του πραγματικού μέσα στη δίνη των μεταθέσεων και τον όλο και αυξανόμενο θρίαμβο ενός αληθινού τόπου, δηλαδή ενός ποιητικού τόπου, στη μέση ενός κάπου, για να μπορέσει να ζήσει και να εργαστεί. Το έξω άλλωστε δεν είναι κι αυτό παρά ένα στούντιο, όπως δεν κουράζεται να υποβάλλει με το έργο του και, στην περίπτωσή του, το στούντιο της πραγματικότητας μπάζει εφόσον δεν μπορεί να περιέχει εξ ολοκλήρου την αντανάκλαση του ατελιέ του.

Με άλλα λόγια, γράφω σημαίνει δεν ξέρω να υπάρξω αλλιώς, εκτός του τρόπου που μου επιβάλλεται. Ο Αρανίτσης οργάνωσε το ατελιέ του με τον ρυθμό που αναπνέει και έχοντας περάσει πολλά καλοκαίρια στον σκληρό δίσκο μετέτρεψε τα δευτερόλεπτα σε φόρμα του τελευταίου λογοτεχνικού είδους: του νοήματος, όπως έχει γράψει παλιότερα.

Ο μεγάλος καθρέφτης έχει σπάσει, τα θραύσματα όμως δεν είναι αναμνήσεις, είναι αντανακλάσεις του παρόντος που συγκροτούνται σε υποκείμενα: «Εγώ είναι ένας άλλος», του Ρεμπώ ή «Iamanunusualthing», του Μότσαρτ.


Πηγή

Ο Γιώργος Κοροπούλης διαβάζει Εμμανουήλ Ροΐδη: Επιστολαί ενός Αγρινιώτου







                                                               Aγρίνι 1 Μαΐου 1866

Αξιότιμε κ. Εκδότα της «Αυγής»,

Το όνομά μου είναι Σουρλής κατοικώ εις το Αγρίνι κοντά εις τον ποταμόν, και είμαι συνδρομητής εις την αξιόλογον «Αυγήν» σας. Όταν ήμην νέος, υπήγα εις την Πάδοβαν να σπουδάσω ιατρικήν και έπειτα επέστρεψα εδώ, όπου υπανδρεύθην και κατοικώ τριάντα επτά χρόνους. Αλλ' ο Θεός δεν μου εχάρισεν ούτε αρρώστους ούτε τέκνα' προ δώδεκα χρόνων, μού επήρε και την γυναίκα μου και, διά να μη μείνω αβασάνιστος, μου έστειλεν εις τον τόπον της ένα οξύν ρευματισμόν, όστις με άφησε παραλυτικόν. Τώρα περιπατώ με δεκανίκια' επειδή όμως είμαι ευλαβής άνθρωπος, ευχαριστώ καθ' ημέραν τον Πανάγαθον Θεόν, λέγων ότι μ' εκούτσανε, διά να φθάσω ίσως αργότερα εις την τελευταίαν μου κατοικίαν. Μόνη διασκέδασις, μου έμεινε το χωράφι μου, το οποίον με τρέφει, η εφημερίδα σας και η βιβλιοθήκη μου. Μέσα εις αυτήν έχω (κατά την συνήθειαν των ιατρών όσοι εσπούδασαν εις την Πάδοβαν), περισσοτέρους ποιητάς, συγγραφείς καί φιλοσόφους παρά ιατρούς. Τον Όμηρον, τον Πλάτωνα, τον Δάντε και τον Βιργίλιον,... τους οποίους θαυμάζω και σέβομαι ώς ιερά πράγματα, και διά τούτο ποτέ δεν τους ανοίγω, και εκτός αυτών τον Κάτουλλον, τον Αριόστον, τον Μπάιρον και τους άλλους μικροτέρους των οποίων την συναναστροφήν προτιμώ από τας ομιλίας των φίλων μου Αγρινιωτών, οίτινες διά τούτο με ωνόμασαν μισάνθρωπον. Αλλ' αυτή είναι μαύρη συκοφαντία' διότι εξεναντίας τόσον πολύ αγαπώ τους ανθρώπους, ώστε αν είχα χρήματα ή τουλάχιστον ποδάρια, ουδέ στιγμήν θα έμενα εις το Αγρίνι. Αλλ' ας αφήσωμεν τους Αγρινιώτας και ας επανέλθωμεν εις το προκείμενον. Σας έλεγα λοιπόν, αξιότιμε κύριε εκδότα, ότι έχω μίαν καλήν βιβλιοθήκην και τον περισσότερον καιρόν μου περνώ με τα βιβλία μου. Την άνοιξιν, όταν ο ήλιος είναι ευχάριστος, διαβάζω εις το δώμα της καλύβης μου' το καλοκαίρι όπου αι ακτίνες του καίουν καταφεύγω υπό την σκιάν μιας γραίας πλατάνου, της οποίας τα περιττά κλαδιά με ζεσταίνουν το χειμώνα ώστε το δένδρον τούτο μου δίδει κατά τας περιστάσεις δροσιάν ή ζέστην, καθώς το φύσημα του Αισωπείου Σατύρου. Όλα τα ανωτέρω σας ανέφερα, κ. εκδότα, δια να σας αποδείξω ότι, αν και ονομάζομαι Σουρλής και κατοικώ εις το Αγρίνι, είμαι άνθρωπος διαβασμένος εις κατάστασιν να κρίνω περί γραμμάτων καλλίτερα ίσως από πολλούς δημοσιογράφους και λογίους της πρωτευούσης σας, οι οποίοι γράφοντες και διδάσκοντες από το πρωί έως το βράδυ δια να κερδίσουν το ψωμί των, δεν ευρίσκουν καιρόν ν' ανοίξουν βιβλίον και ως εκ τούτου... Αλλά το προοίμιόν μου καταντά πολύ μακρύ, ενώ ο τόπος σας είναι μετρημένος, με τα σωστά μου λοιπόν έρχομαι εις το προκείμενον.

Ένας κάποιος φίλος μου, κάτοικος Αθηνών, εις τον οποίον είχα στείλει μερικάς οκάδας ξανθόν καπνόν του Αγρινίου, μου έστειλεν ως αντάλλαγμα εν νεοφανές βιβλίον, επιγραφόμενον «Πάπισσα Ιωάννα» και τυπωμένον εις τα αξιότιμα πιεστήριά σας. Θέλων δε και να μου δείξη πόσον πολύτιμον ήτο το δώρον του, ότι δηλαδή ο καπνός μου ήτο καλοπληρωμένος, είχε περιτυλίξει το βιβλίον εις ένα σωρόν εφημερί­δας Χάρτην, Αλήθειαν, Independance, Παλιγγενεσίαν, Αυγήν, Εθνοφύλακα, Ομόνοιαν, Βυζαντίδα, Χρυσαλλίδα κτλ. κτλ., αι οποίαι το εσύσταινον ως ευφυέστατον, λίαν κακόηθες, χαριτόβρυτον, βορβορώ­δες, πολυμαθέστατον, κακόσχολον, θελκτικώτατον, αηδές, αξιάγαστον, ατιμωτικόν και ένα σωρόν άλλα επίθετα, τα οποία εμάλωναν τον εν με το άλλο. Μέσα εις τον φάκελλον ευρίσκετο και μία εγκύκλιος του σεβα­σμιωτάτου Επισκόπου Καρυστίας Μακαρίου, όστις με την ιδιάζουσαν εις τους καλογήρους ευαγγελικήν μετριοπάθειαν ωνόμαζε τον συγγραφέα «όργανον του Σατανά» και «κακούργον», το δε βιβλίον λοιμώδες, φθοροποιόν, έχιδναν ικανήν ολόκληρον οικίαν να δηλητηριάση κτλ. κτλ. Εκτός αυτής υπήρχε και άλλη εγκύκλιος φέρουσα τας υπoγραφάς των πέντε μελών της Συνόδου, την οποίαν εδιάβασαν και εις τας Εκκλησίας, απαγορεύοντες εις τους πιστούς την ανάγνωσιν του βλα­σφήμου συγγράμματος, δια να μη «βλαβώσιν ηθικώς και.. σωματικώς»! Όλα ταύτα, να σας ειπώ την αλήθειαν, εκέντησαν την περιέργειάν μου, και αφού πολλήν ώραν επονοκεφάλησα δια να συμβιβάσω τους τόσους επαίνους και τας τόσας ύβρεις, το τόσον λιβάνι και την τόσην λάσπην, τα οποία ο τύπος και η Εκκλησία έχυσαν επάνω εις αυτό το βιβλίον, απεφάσισα να το διαβάσω κι' εγώ, δια να σχηματίσω γνώμην με τα ιδικά μου μάτια και την ιδικήν μου κρίσιν. Η ανάγνωσις είναι ίσως αμαρτία μετά την απαγόρευσιν της Εκκλησίας αλλ' αν έσφαλα εγώ από περιέργειαν ως η πρώτη μας μητέρα, το αμάρτημα ας είναι εις τον Άγιον Καρυστίας, ο οποίος μ' έφερεν εις πειρασμόν' αν έγινα εγώ Εύα, εκείνος είναι ο όφις, όστις με ηπάτησε με τας μακράς σπείρας του καλογηρικών επιθέτων.

Ανέγνωσα λοιπόν κι' εγώ την «Πάπισσαν» και έρχομαι, αν μου συγχωρήτε, να σας είπω όχι περί του βιβλίου τούτου αλλά περί της ηθικής εν γένει και την ιδικήν μου γνώμην ή μάλλον την γνώμην της βιβλιοθήκης μου. Πολλάκις εθαύμασα, κ. εκδότα, την σοφίαν και ακόμη περισσότερον το θάρρος των λογίων και προ πάντων των εφημεριδογράφων της πρωτευούσης σας, οι οποίοι, χωρίς ανάγκην άλλου βοηθήματος, όσα λέγουν τα λαμβάνουν από την πάνσοφον κεφαλήν των. Ομιλούν περί ιστορίας χωρίς να φέρουν ούτε μαρτυρίαν, περί συντάγματος και πολιτείας, εκβολάδων και θανατικής ποινής, ηθικότητος και φιλολογίας χωρίς ποτέ να καταδεχθουν να εξετάσουν αν ωμίλησαν και άλλοι δια τοιούτου είδους πράγματα. Πρό μηνών ανεφέ­ρετε με θαυμασμόν και απορίαν εις την αξιότιμον εφημερίδα σας ότι ένας κάποιος Κ. Ρηγόπουλος, εμπνευσθείς υπό Πνεύματος Αγίου, κατώρθωσε ν' ανασκευάση τον Pενάν χωpίς να τον αναγνώση. Το πράγμα είναι καθ' εαυτό αξιοθαύμαστον, δεν λέγω το εναντίον, αλλά πολύ πλέον αξιοθαύμαστα είναι ο θαυμασμός και η απορία σας, διότι τόσους πολλούς Ρηγοπούλους βλέπετε καθ' ήμέραν, ώστε να είσθε προ καιρού συνειθισμένοι εις τοιαύτα θαύματα. Ο παραμικρός των εφημεριδογράφων σας είναι εις το είδoς του θεόπνευστος προφήτης, ομιλών καί αποφασίζων περί ,πραγμάτων τα οποία ποτέ δεν έμαθε. Δεν ενθυμούμαι ποίος φιλόσoφος έλεγεν εις τους κατοίκους της πρωτευούσης σας:
                                         Ω Αθήνα, πρώτη χώρα,
                                         τι γαϊδάρους τρέφεις τώρα!
αλλά το δίστιχον αυτό δεν μου φαίνεται σωστόν, πρώτον διότι δεν πρέπει να υβρίζωμεν κανένα, και δεύτερον διότι αντί γαϊδάρους έπρεπεν ο ποιητής να είπη προφήτας, θεοπνεύστους ανθρώπους, ικανούς να ομιλήσουν περί όλων των γνωστών πραγμάτων και πολλών άλλων ακόμη, κατόχους πάσης σοφίας, χωρίς να υπoπέσoυν εις το αμάρτημα να μασσήσουν τον απηγορευμένον της γνώσεως καρπόν. Το κατ' εμέ τους ανθρώπους τούτους τους σέβομαι, τους μακαρίζω, τους θαυμάζω ως σπάνια και περίεργα πλάσματα των οποίων το είδος εχάθη από όλα τα μέρη του κόσμου, και σώζεται εις μόνην την Ελλάδα' αλλά να τους μιμηθώ ούτε δύναμαι ούτε τολμώ. Καθώς δεν ημπορώ να περιπατήσω χωρίς δεκανίκια, ούτω και χωρίς βιβλία αδύνατον μου είναι να συλλο­γιστώ. Πριν αποφασίσω να είπω την γνώμην μου περί οποίου δήποτε ζητήματος, θέλω να ηξεύρω τι εστοχάζοντο περί αυτού ο Αριστοτέλης, ο Κάντ και ο Έγελ, αν ήτο το πράγμα φιλοσοφικόν, ο Άγ. Βασίλειος, ο Λούθηρος και ο Ρενάν, αν πρόκειται περί θεολογίας, ο Αθήναιος και ο Σαβαρέν, αν είναι ο λόγος περί μαγειρικής. Ο τρόπος αυτός μου φαίνεται ο φρονιμώτερος και ο ασφαλέστερος δια τους ανθρώπους εις τους οποίους δεν εχάρισεν ο Θεός παρά μόνον μυελόν και βιβλία' ο δέ άλλος τρόπος, να λέγω δηλαδή ο καθείς την γνώμην του χωρίς να φροντίζω περί του τι είπαν οι άλλοι, αρμόζει εις μόνους τους μεγαλοφυ­είς άνδρας και τους τρελλούς. Η μεγαλοφυία και η τρέλλα κατά την γνώμην πολλών φυσιολόγων είναι αδελφαί και ως τοιαύται έχουν τα ίδια προνόμια' λέγουν ό,τι θέλουν και αι αποφάσεις των είναι χρησμοί Πυθίας, η οποία καθώς διηγούνται πολλοί αρχαίοι, έπασχε και εκείνη από εν είδος τρέλλας, όταν εχρησμοδότει. Αλλ' οπωσδήποτε, όσον μεγάλα και αν υποθέσωμεν τα προνόμια των μεγαλοφυών ανθρώπων και των τρελλών, νομίζω ούχ ήττον (συγχωρήσατε την ελληνικούραν) ότι πολλοί των συναδέλφων σας, ομιλούντες περί ήθικης, εξεπήδησαν ολίγον τα όρια της συγχωρημένης... πρωτοτυπίας. Ούτω Π.χ. ο «Χάρτης» αφού ανύψωσεν έως εις τα άστρα την ευφυίαν, την γλαφυρότητα, την αττικήν χάριν, και τ' άλλα προτερήματα του συγγραφέως της «Ιωάννας», κατηγορεί έπειτα αυτόν διότι εισήγαγεν εις την Ελλάδα τον άσεμνον ρωμαντισμόν των Φράγκων, του οποίου ιδρυταί είναι, κατά τον «Χάρτην» ο «Πιρόν και ο Παρνύ», ενώ οι άνθρωποι αυτοί ήσαν αποθαμμένοι προ πολλού, όταν ο Ουγκώ και οι σύντροφοί του εφευρή­καν τον ρωμαντισμόν. Παρακάτω ευρίσκομεν ότι ο Ναπολέων εκάλλυνε την δύναμιν της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, και επί τέλους φαντάζεται ο αρθογράφος τον συγγραφέα γελώντα εις την ανάγνωσιν του άρθρου του – τούτο δεν δυσκολεύομαι να το πιστεύσω, εκτός αν πάσχη ο κ. Ροiδης από χρονικήν υποχονδρίαν. Μετά τον «Χάρτην» ήνοιξα τον «Εθνοφύλακα», ο οποίος εύχεται να «επανέλθη η Εκκλησία εις την εποχήν των μαρτύρων»! Τούτο το νομίζω οπωσούν δυσκολοκατόρθωτον' πιστεύω ακόμη ότι, αν επρότειναν εις τον αξιότιμον συντάκτην κ. Αναγνωστό­πουλον να τον κάμουν μάρτυρα, να τον βράσουν δηλαδή, να τον σουβλίσουν ή να τον τηγανίσουν, ήθελεν ειπεί όχι. Κατωτέρω ο ίδιος αρθρογράφος βεβαιώνει ότι «αι νεώτεραι κοινωνίαι έστρεψαν τα νώτα μετά βδελυγμίας εις πάσαν αντιχριστιανικήν ιδέαν». Άμποτε να ήτο τούτο αλήθεια' αλλά κατά δυστυχίαν αι νεώτεραι κοινωνίαι εξαντλούν δεκαεπτά εκδόσεις, του Ρενάν και αι αντίθρησκοι φωναί των είναι τόσον δυναταί, ώστε ακούονται έως το Αγρίνι. Ανέγνωσα και τα άρθρα της «Αυγής» σας ο συντάκτης λέγει ότι η «Ιωάννα» έχει «το προτέρημα να τον κρατή ώρας ολοκλήρους επ' αυτής ανυπόμονον να εμκμυζήση τα πολλά θέλγητρά της», και παρακάτω ότι είναι βιβλίον «βορβορώδες καί αηδές»' αι δύο αύται φράσεις δεν σας φαίνονται ολίγον αντιφατικαί; Ένας άλλος δημοσιογράφος συγχίζει τον αρχαίον φιλόσοφον Πύρρω­να, τον οποίον αναφέρει ο συγγραφεύς, με τον Γάλλον ποιητήν Πιρόν, πιστεύων, φαίνεται, εις την μετεμψύχωσιν' άλλος πάλιν... Αλλά αγρι­νιώτικη απλότης είναι το να κάθημαι να θαυμάζω τας πρωτοτυπίας των δημοσιογράφων σας, το αυτό σχεδόν πράγμα ωσάν να εθαύμαζα την αλμύρα της θαλάσσης, τα βώδια ότι έχουν κέρατα ή τα πτερά των πουλιών, ο καθείς θα με επερίπαιζε διά την ανακάλυψιν και θα είχε δίκαιον. Μίαν μόνην συμβουλήν θα μου συγχωρήσετε κ. εκδότα, να δώσω εις τους συναδέλφους σας, την οποίαν, αν ακολουθήσουν, θα γίνουν άτρωτοι ως ο Αχιλλεύς. Η συνταγή είναι εύκολος, συνίσταται εις το ν’ αποφεύγουν ως πονηρούς σκοπέλους τα γεγονότα και τα κύρια ονόματα, να μη ταράττουν την ησυχίαν του Πύρρονος, του Πιρόν καο Βοναπάρτε, αλλά να μιμούνται το καλόν παράδειγμα της «Αληθείας», ήτις επήνεσε την «Ιωάνναv» διά το άσπρο της χαρτί και το βαθύ μελάνι. Όταν δε θέλουν να κατηγορήσουν, τότε να λαμβάνουν ως πρότυπον καο υπογραμμόν τον Άγιον Καρυστίας, όστις με ευαγγελικήν πραότητα δεν ονόμασε τον συγγραφέα της Παπίσσης παρά μόνον «όργανον του Σατανά, έχιδναν, κακοήθη κακούργον», ή τον αξιότιμον συντάκτην του "Ανατολικού Αστέρος» κ. Καλαπόδην, Καλαποδάκην, δεν ενθυμούμαι καλά τό όνομά του, ο οποίος ωνόμασε το βιβλίον ατιμωτικόν. Και επειδή έτυχε περί καλαποδίων ο λόγος, ταύτα με έθύμισαν τα υποδήματα, την φράσιν δηλαδή ενός φίλου μου, όστις διίσχυρίζετο προχθές εις τό καφφενείον του Σπυροπούλου, ότι ο ωφελιμώτερος τρόπος να μεταχειρίζωνται μερικοί άνθρωποι το μελάνι των θα ήτο αν εμαύριζαν μ' αυτό τα υποδήματά των.

Αλλ' η επιστολή μου καταντά πολύ εκτεταμένη, ενώ αι στήλαι της εφημερίδος σας είναι δωρικού ρυθμού, ήγουν κονταί και δυσανάλογοι με την γεροντικήν μου πολυλογίαν. Αφίνων λοιπόν δι' άλλη φοράν την εξακολούθησιν ή μάλλον την αρχήν των όσα είχα να σας είπω περί ηθικής, σας παρακαλώ να με πιστεύετε δούλον και συνδρομητήν σας.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΥΡΛΗΣ

Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

«Ωσάν ευλαβικός υλιστής...»



Η ύλη είναι πολύ αξιοσέβαστη υπόθεση. Εγώ είμαι υλιστής αλλά όχι με την έννοια της υλοφροσύνης. Κατά συνέπεια, θέλω να εξάρω την ύλη όσο δε γίνεται, και που δε γίνεται ποτέ από τους υλόφρονες. Ωσάν ευλαβικός υλιστής απέναντι στην ύλη, νομίζω ότι με όλο μου το ποιητικό έργο, έχω πλέξει το εγκώμιο της ύλης. Παρά τα λεγόμενα, ότι είμαι αιθεροβάμονας, κι άλλες ανοησίες. Εγώ βέβαια έχω μεταβαλλόμενο λεξιλόγιο, χρησιμοποιώ σύμβολα θρησκειών, κλπ. Κάνω ό,τι θέλω. Είμαι ένας αναρχικός των συμβόλων, αν με αυτό σας καλύπτω.
Νίκος Καρούζος

(συνέντευξη στην Έλενα Χουζούρη· από το περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 55, Φθινόπωρο/Χειμώνας  2016)